Το περιβάλλον; Ή η ευχή του Άγιο Κοσμά, που είπε στο πέρασμά του από τη Σέλλιανη. «Αφήστε τους αυτουνούς, θα τους μείνουν τα τραγούδια και ο χορός». Με τη διαφορά, ότι δεν τους έμειναν μόνο αυτά, αλλά τους συνο­δεύουν και άλλα ψυχικά και πνευματικά εφόδια. Βέβαια από την παράδοση αυτή, βγαίνει το συμπέρασμα, ότι οι Σελλιανίτες εκείνου του καιρού τραγου­δούσαν και πριν τους δώσει την κατάρα ή την ευχή που τους έδωσε ο Άγιο Κοσμάς. Ανεξάρτητα απ' όλα αυτά, οι κάτοικοι της Σέλλιανης, από παλιά είχαν το χάρισμα να τραγουδούν. Και δεν τραγουδούσαν απλά, για τον τύπο, αλλά τραγουδούσαν ωραία και μελωδικά σε σημείο που συγκινούσαν και εντυπω­σίαζαν αυτούς που είχαν την τύχη να τους ακούουν.

Προς επιβεβαίωσιν τούτου, θα αναφέρω ένα παράδειγμα όπως διατηρείται στη μνήμη των γεροντότερων Σελλιανιτών που βρίσκονται ακόμα στη ζωή. Οι παλιοί κάτοικοι της Σέλλιανης, δεν ασχολούνταν μόνο με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Πολλοί απ' αυτούς, ασχολούνταν και με τη μεταφορά προϊόντων, από την Παραμυθιά και το Τσιάμικο στα Γιάννινα. Μετάφεραν κυρίως, λάδια, ελιές κ.λπ. Ήταν δηλαδή κερατζήδες (αγωγιάτες). Ανάμεσα στους Σελλιανίτες, που έκαναν τον κερατζή, ήταν ο Δημήτριος Μώκος, ο Νάσος Ντάνης, ο Νικό­λας Λάτσος κ.λπ. Ο Δημήτριος Μώκος, αργότερα, ακολούθησε το μοναχικό βίο. Έγινε καλόγηρος με το μοναχικό όνομα Ιωσήφ, και όταν κενώθηκε η θέση του Ηγούμενου στο μοναστήρι των Παγανιών, την κατέλαβε αυτός και το διηύ­θυνε επάξια και αποτελεσματικά ως το τέλος της ζωής του.

Αυτός λοιπόν ο Δημήτριος Μώκος, όταν ήταν ακόμα λαϊκός (δηλαδή δεν ήταν κληρικός) μια φορά με τ' άλογά του και τους συντρόφους του, πήγαιναν με λάδι στα Γιάννινα. Ήταν μήνας Ιούνιος και το καλοκαίρι, είχε μπει για τα καλά. Οι κερατζήδες, με τ' άλογά τους φορτωμένα λάδι κι ελιές, από το Τσιά­μικο και οι ίδιοι καβάλα στα μπινέκια τους (άλογα μόνο για καβάλα), αφού πέρασαν την κουραστική ανηφόρα της Σάββας, πήραν τον κατήφορο για τους κάμπους της Κοσμηράς και της Ραψίστας, οι οποίοι αυτή την εποχή ήταν καλ­λιεργημένοι με καπνά. Αυτόν το μήνα, οι κάτοικοι των χωριών αυτών, σκάλιζαν τα καπνά τους μέσα στο λιοπύρι του κάμπου. Σα μπήκαν λοιπόν οι κερατζήδες στον κάμπο, ο Δημήτριος Μώκος που ήταν και αστείος, είπε στους συντρό­φους του «θέλετε να κάμω τους εργάτες που σκαλίζουν να σταματήσουν το σκάλο;» Εκείνοι του απάντησαν ότι το ήθελαν, και περίεργα τον ρώτησαν πως θα τα καταφέρει; Περιμένετε και θα ιδείτε τους απάντησε. Και αφού καλοκά- θησε στο σαμάρι του Γρίβα του (τ' άλογό του) άρχισε να τραγουδάει. Τραγού­δησε ένα ωραίο τραγούδι, «τη Δροσούλα». Τραγούδησε όμως, τόσο γλυκά και μελωδικά και η φωνή του ήταν τόσο καθάρια και μελωδική που εντυπωσίασε τους εργάτες του κάμπου, τόσο πολύ, που έμειναν ορθοί και ακίνητοι, με τα τσαπιά στα χέρια, για ν' ακούσουν. Ενώ ο κερατζής Δημ. Μώκος, καβάλα στο Γρίβα του συνέχιζε το δρόμο του προς τα Γιάννινα τραγουδώντας, και οι σύντροφοι του που τον ακολουθούσαν, έμειναν με το στόμα ανοιχτό γι' αυτό που έβλεπαν αλλά και για το τραγούδι που άκουγαν.

Ο Δημήτριος Μώκος, μετέπειτα Ηγούμενος Ιωσήφ, δεν ήταν ο μόνος Σελ- λιανίτης που εντυπωσίαζε με το τραγούδι του. Το ίδιο χάρισμα είχαν και πολλοί συνομίλικοί του και συγχωριανοί του. Αυτό το χάρισμα, διατηρούν και πολλοί απόγονοι τους σήμερα, οι οποίοι κατοικούν στη Νέα Σέλλιανη, την Κρυσταλλο- πηγή. Μερικοί μάλιστα απ' αυτούς, με τα τραγούδια τους και τις γλυκόηχες και αρμονικές φωνές τους έγιναν γνωστοί και έξω από τα στενά όρια του χωριού τους, στο πανελλήνιον.

Αυτοί είναι ο τέως Λυκειάρχης Στέλιος Μπέλλος, ο γιατρός Γιάννης Οικονο- μίδης, ο Βασίλης Τσιουμέτης και ο κλαρινίστας Β. Μώκος. Μάλιστα, η εμβέλεια του Στέλιου Μπέλλου, πέρασε τα ελληνικά σύνορα και έφτασε ως τις ελληνικές παροικίες, της δυτικής Ευρώπης, της Αμερικής, του Καναδά και της Αυστρα­λίας. Γι' αυτούς τους τρεις συγχωριανούς τους, τραγουδιστές, οι κάτοικοι της Κρυσταλλοπηγής, δικαιολογημένα σεμνήνονται. Βέβαια, εκτός απ' αυτούς υπάρχουν και άλλοι, με μικρότερη εμβέλεια. Το τραγούδι, είναι στο αίμα πολ­λών Σελλιανιτών. Τα τραγούδια που τραγουδούσαν, οι παλιοί κάτοικοι της Σέλ- λιανης και συνεχίζουν να τραγουδούν ακόμα σήμερα οι απόγονοι τους, είναι τραγούδια της τάβλας, δηλαδή καθιστικά και τραγούδια του χορού. Όλα αυτά, μπορούμε να τα διακρίνομε σε τραγούδια που έχουν σχέση με τη φύση και τη ζωή, σε τραγούδια ιστορικά και κλέφτικα, τραγούδια της αγάπης και τραγού­δια σατυρικά, αστεία και κωμικά. Εδώ θα παραθέσω μερικά απ' αυτά τα τρα­γούδια.

* * *

Τραγούδια της τάβλας και του χορού

Κάθε διασκέδαση, στη Σέλλιανη άρχιζε με το τραγούδι «καλώς ανταμωθήκαμαν».

Καλώς ανταμωθήκαμαν, εμείς οι ντερτιλήδες να κλάψομε τα ντέρτια μας και τα παράπονά μας. Πάλι καλώς αντάμωσες, όσο ν' ανταμωθούμε, στον Αϊ-Λια, στον Πλάτανο, κοντά στην κρύα βρύση κ.λπ.

Άλλα τραγούδια της τάβλας

Σε τούτη την τάβλα που είμαστε σε τούτο το τραπέζι, τον άγγελο φιλεύομε και το Χριστό κερνάμε. Και την κυρά την Παναγιά τη διπλοπροσκυνάμε, να μας χαρίζει τα κλειδιά, κλειδιά του παραδείσου, ν' ανοίξω τον παράδεισο, ν' ανοίξω να μπω μέσα.

Χαριτωμένη συντροφιά

Χαριτωμένη συντροφιά μου λέει να τραγουδήσω κι εγώ τους λέω δεν μπορώ, τραγούδια εγώ δεν ξέρω. Κι αυτοί μου λένε όσο μπορείς μου λένε όσο τα ξέρεις.

Ν' αναστενάξω μάνα μ' δε μ' ακούς

Ν' αναστενάξω μάνα μ' δε μ' ακούς

Να κλάψω δε με βλέπεις.

Να στείλω γράμμα για ναρθείς

τα έξοδα δεν έχω, κλάψε με, μάνα, κλάψε με.

Κλάψε μάνα κλάψε με, με ήλιο με φεγγάρι.

Και την αυγουλά με δροσιές ώσπου να πάει γιόμα.

Γύραν τ' απόσκια

Γύραν τ' απόσκια γύρανε μωρή Λουλούδω μου. Πάει και τούτη η μέρα

Παν' τα πουλάκια στις φωλιές κι οι όμορφες κοιμούνται Πάω κι εγώ σ' ένα χωριό, ξένος, ξενιτεμένος.

Η γριά Τζαβέλαινα

Κορίτσια από τα Γιάννενα γριά Τζαβέλαινα νυφάδες απ' το Σούλι.

Τα μαύρα να φορέσετε, στα μαύρα να ντυθήτε. Το Σούλι θα χαρατσωθεί, χαράτσι θα πληρώσει. Τζαβέλαινα σαν τ' άκουσε βαριά της κακοφάνει. Παίρνει και ζώνει τ' άρματα, βάνει και το ντουφέκι. Και παίρνει δίπλα τα βουνά δίπλα τα κορφοβούνια.

Στη βρύση στα Τσερίτσανα

Στη βρύση στη Τσερίτσανα στον πάτο από τη χώρα Μπουλουμπασιάδες κάθονταν κι όλο Μαργαριτιώτες, Κι αγνάντευαν τον πόλεμο, πώς πολεμάει το Σούλι. Πως πολεμάει η Τζαβέλαινα σαν πρώτο παλικάρι Σέρνει φουσέκια στην ποδιά στερνάρια στο ζωνάρι. Σέρνει και πάνωφούσεκα τριγύρα στο Του Κίτσου η μάνα

Του Κίτσου η μάνα κάθονταν στην άκρη στο ποτάμι Με το ποτάμι μάλωνε και το πετροβολούσε. Ποτάμι για λιγόστεψε, ποτάμι γύρε πίσω. Για να περάσω αντίπερα, πέρα στα κορφοβούνια πούχουν οι κλέφτες σύναξη.

Με γελάσανε τα πουλιά


Με γελάσανε τα πουλιά, της Άνοιξη τ' αηδόνια. Με γέλασαν και μου είπανε πως χάρος δε με παίρνει. Βάζω χτίζω τα σπίτια μου συρμομαλαματένια. Βάζω τις πόρτες μάρμαρο τα παραθύρια ασήμι.

Βλέπω το χάρο πόρχεται στο Γρίβα καβαλάρης. Άσε με χάροντα, άσε με. Σήμερα μη με παίρνεις. Ταχιά Σαββάτο να λουστώ την Κυριακή ν' αλλάξω και τη Δευτέρα το πρωί έρχομαι μοναχός μου.


Μάνα με κακοπάντρεψες

Μάνα με κακοπάντρεψες                         

και μέδωσες στους κάμπους.                   

Κι εγώ στους κάμπους δε βαστώ            

νερό ζεστό δεν πίνω                                 

το πίνω και θερμένομαι.

Το πίνω κι αρρωσταίνω

Εδώ η Τρυγόνα δε λαλεί

κι ο κούκος δεν το λέει.

Το λεν οι κούκοι στα βουνά

κι οι πέρδικες στα πλάγια.                                                                 

Ήλιε πολύ άργησες

Ήλιε πολύ μας άργησες όσο να βασιλέψεις. Σε καταριέται η εργατιά κι οι ξενοδουλευτάδες. Σε καταριέται και μια νια μια μικροπαντρεμένη

πόχει τον άντρα άρρωστο βαριά για να πεθάνει. Ζητάει γάλα από λαγό τυρί από άγριο γίδι. Όσο ν' αρμέξουν το λαγό φεύγει το άγριο γίδι.

Θα πάρω έναν ανήφορο

Παίρνω έναν ανήφορο κι έναν ανηφοράκι. Βρίσκω κλαράκι φουντωτό σε ρίζα σε λιθάρι. Ακούω την πέρδικα λαλεί και σιγοκαταριέται. Τ' έχεις καημένη πέρδικα και σιγοκαταριέσαι. Μην είν' τ' αυγά σου μελανά;

Μην είν' τ' αυγά σου μαύρα; Δεν είναι τ' αυγά μου μελανά Δεν είναι τ' αυγά μου μαύρα. Τον άντρα μου έχω στην ξενιτιά και λείπει δέκα χρόνια. Κι ακόμα δυο τον καρτερώ, στις τρεις τον παντεχαίνω. Κι από τις πέντε και κοντά καλογριά θα γίνω.


Του Γιάννου

Για σηκ' απάνω Γιάννο μου και μη βαριοκοιμάσαι βρέχει ο ουρανός Γιάννο μου και βρέχεσαι χαλάζι και κρυώνεις θα σου βραχούνε Γιάννο μ' τ' άρματα τα ρούχινα γελέκα

και τ' ασημένιο σου Γιάννο μου σπαθί.

Την άμμο άμμο πήγαινα

Την άμμο, άμμο πήγαινα, τη θάλασσα αγνάντευα. Θάλασσα, πικροθάλλασα τι μόκανες τον άντρα μου. Τον άντρα σου τον έπνιξα και στα βαθιά τον έρριξα. Και πού να βρω κολυμβητή τον άντρα μου να πάει να βρει

Καλότυχα είναι τα βουνά

Καλότυχα είναι τα βουνά μωρ' Παναγιώταινα καλότυχοι κι οι κάμποι

που χάροντα δεν καρτερούν, χάρο, δεν περιμένουν. Μον καρτερούν την άνοιξη, το Μάη, το καλοκαίρι. Να βγουν οι βλάχοι στα βουνά. Να βγουν κι οι βλαχοπούλες. Να βγουν και τα βλαχόπουλα με τις γλυκές φλογέρες.

Της Μαργιόλας (μοιρολόγι)


Σήκω Μαργιόλα από τη γη

και από το μαύρο χώμα

ψυχή καρδούλα μου.

Με τι ποδάρια η μαύρη να σηκωθώ

χεράκια ν' ακουμπήσω ψυχή καρδούλα μου. Βάλε τα νύχια σου τσαπιά

τις απαλάμες φτυάρια ψυχή καρδούλα μου.


Του Νάσιου τα μαλλιά

Την άκρη, άκρη πήγαινα, την άκρη το ποτάμι. Βλέπω του Νάσιου τα μαλλιά, του Νάσιου το κεφάλι. Μαλλιά που είν' το κεφάλι σας πλεξούδες το κορμί σας. Μαύρα πουλιά το τρώγανε, κι άσπρα το τριγυρίζουν.

Του Κωσταντάκη

Ωρέ ο Κωσταντής, ο Κωσταντής κι ο Μικροκωσταντάκης

τρεις χρόνους επερπάταγε να βρει καλή γυναίκα.

Να βρει ψηλή, να βρει λυγνή, να βρει καγκελοφρύδα.

Τρεις χρόνους κάνουν τα προικιά και τρεις τα πανωπροίκια.

Ήρθε η ώρα της χαράς, κι η ώρα να την πάρουν.

Κι ο Κωσταντής αρρώστησε βαρειά για να πεθάνει.

Μάνα κρατάει το κερί κι ο γιος της ξεψυχάει.

Μάνα, για σβύσε το κερί και κράτα μου το κεφάλι.

Όσο να βγει η ψυχή μου να πάει στο καλό της.

Μάνα μου του Κώστα τ' άλογο στα μαύρα είναι ντυμένο.

Δεξιά μεριά το λείψανο κι αριστερά το ψίκι.

Κι η νύφη τους αγνάντευε από το παραθύρι.

Εσείς φίλοι μ' στα σπίτια σας κι οι ξένοι στα δικά σας.

Όταν στερέψει η θάλασσα και βγάλει άσπρα λουλούδια

τότε εγώ θα παντρευτώ, θα πάρω άλλον άντρα.

(Αυτό το τραγούδι χορεύεται)

Τώρα τα πουλιά

Τώρα τα πουλιά, τώρα τά χελιδόνια τώρα, οι πέρδικες συχνολαλούν και λένε ξύπνα αφέντη μου, ξύπνα καλέ μου αφέντη ξύπνα, κι έφεξε κι η πούλια πάει γιόμα, ξύπνα αγκάλιασε, κορμί μαλαματένιο κι άσπρονε λαιμό, μωρ' άσπρονε λαιμό.

Τραγούδι του ξενιτεμένου

Ξενιτεμένο μου πουλί χρυσό μου χελιδόνι. Η ξενιτιά σε χαίρεται κι εγώ έχω τον καημό σου. Τι να σου στείλω ξένε μου αυτού στα ξένα που είσαι. Να στείλω μήλο σέπεται, κυδώνι μαραγκιάζει. Να στείλω και το δάκρυ μου σ' ένα χρυσό μαντίλι. Το δάκρυ μου είναι καφτερό και καίει το μαντίλι.

Τώρα είναι ο Μάης κι άνοιξη

Τώρα είναι Μάης κι άνοιξη τώρα είν' το καλοκαίρι. Τώρα κι ο ξένος χαίρεται στον τόπο του να πάει. Νύχτα σελώνει τ' άλογο, νύχτα το καλιβώνει. Βάνει τα πέταλα χρυσά και τα καρφιά 'σημένια. Και τα καλιβοσφίρια του κι αυτά μαλαματένια.

Τα μάτια του Δήμου (χορεύεται)

Μπρα αυτά τα μάτια, Δημό μου τ' όμορφα, τα φρύδια τα γραμμένα Μωρ' γειασ' αγάπημ' γεια σου.

Αυτά με κάνουν Δήμομ' κι αρρωστώ με κάνουν και πεθαίνω. Σε κλαιν τα μάτια μου.

Για πάρε Δήμομ' το σπαθάκι σου, και κόψε το λαιμό μου. Μωρ' γειασ' αγάπη μου.

Και μάσε Δήμομ' και το αίμα μου, σ' ένα χρυσό μαντίλι. Σε κλαιν, τα μάτια μου.

Κι αν σε ρωτήσουν Δήμομ' τι είν' αυτό τ' αίμα της αγάπης που άδικα χάνεται.

Τούτον το χειμώνα, θέλω να διαβώ

Τούτον το χειμώνα θέλω να διαβώ. Και το καλοκαίρι καλώς να σε βρω. Στρώσε μου στη ρίζα ν'αποκοιμηθώ Και χρυσό μαντίλι ν'αποσκεπαστώ.

Να ήταν τα νιάτα δυο φορές

Να ήταν τα νιάτα δυο φορές. Τα γερατειά καμμιά

Να ξανανιώσω μια φορά, να γίνω παλικάρι. Να βάλω το φεσάκι μου για νάβγω στο παζάρι Για να πουλώ τα γερατειά και ν' αγοράζω νιάτα.

Η τρυγόνα

Αυτού ψηλά που περπατείς τρυγόνα, τρυγόνα. Και χαμηλά λογιάζεις τρυγόνα μου γραμμένη. Μην είδες, μήπως λόγιασες τον αγαπητικό μου; Τον άντρα το δικό μου;

Μη με κοιτάς που γέρασα

Μη με κοιτάς που γέρασα                     

κι ασπρίσαν τα μαλλιά μου.                   

Με γέρασαν τα βάσανα                          

της φυλακής οι πόνοι

έχω πολλά παράπονα

και θα τα φάει το χώμα.

 

Ο πόνος των αδερφιών

Ανάθεμα ποιος τόλεγε τ' αδέρφια δεν πονιούνται τ' αδέρφια σκίζουν τα βουνά κι οι αδερφές τους κάμπους κι οι μάνες σχίζουν θάλασσες ώσπου ν' ανταμωθούνε. Και πήγαν κι ανταμώθηκαν Στ' Αλή Πασιά την πόρτα.


Της Γαϊτανοφρύδας

Μωρή Γαϊτανοφρύδα μου

κι εικόνα μου γραμμένη πόχεις κορμί για ντουλαμά και μέση για κεμέρι.

Έβγα στ' αγνάντιο να σε ιδώ

Έβγα στο παραθύρι.

Ούτε στ' αγνάντιο βγαίνω εγώ

Ούτε στο παραθύρι

Στη μέση στο σπίτι μου στέκομαι

λάμπω σαν το Ζαφείρη.

Ποια ήταν αυτή που πέρασε

Ποια ήταν αυτή κι αμάν αμάν Ποια ήταν αυτή που πέρασε και δε μας καλημέρησε. Ήταν η κόρη του παπά πούχε τα μήλα στην ποδιά. Κι εγώ τις λέω δος μου δυο, κι αυτή μου δίνει τέσσερα.

Στη Σταυρομάνη (τη μάνα του Βλάμη)

Θέλω να στο ειπώ μωρ'σταυρομάνα μου. Θέλω να στο ειπώ και πάλι ντρέπομαι. Θέλω να στο ειπώ μωρ' σταυρομάνα μου τα "χειλάκι σου το μαγουλάκι σου, γιατί είναι κίτρινο δεν είναι κόκκινο. Μην αρρώστησες μωρ'σταυρομάνα μου Μην αρρώστησες μη να θερμάθηκες. Ούδ' αρρώστησα μωρ'σταυρομάνα μου Ούδ' αρρώστησα μωρέ Βλαμάκι μου Ούδ' αρρώστησα ούτε θερμάθηκα.

Μπαίνω μεσ' τ' αμπέλι

Μπαίνω μεσ' τ' αμπέλι σα νοικοκυρά

μωρ' σα νοικοκυρά.

Να κι ο νοικοκύρης πόρχεται κοντά

Έλα νοικοκύρη να τρυγήσομε κόκκινα σταφύλια να πατήσομε δώδεκα βαρέλια να γεμίσομε.


Απόψε μαυρομάτα μου

Άιντε απόψε μαυρομάτα μου

Λέει εδώ, λέει εδώ θα λα σου μείνω

Κλάψτε με, σκούξτε με πουλιά κι αηδόνια.

Εδώ κι αν μείνεις ξένε μου

Λέει όξω, λέει όξω θα λα σου στρώσω

Κλάψτε με, σκούξτε με μωρέ πουλιά κι αηδόνια

Άιντε όξω βροχή, όξω βροχή.

Όξω βροχή και βρέχομαι

Λέει χαλάζι και κρυώνω

Κλάψτε με, κλάψτε με πουλιά κι αηδόνια.

Μια παπαδιά περαπανή

Μια παπαδιά περατιανή πάει με τους λεβέντες πάει κι ο παπάς από κοντά, πάει παρακαλώντας Κοντό καρτέρι τον παπά για να σου ειπεί δυο λόγια. Το που τ' αφήνεις τα παιδιά, εμένα και το σπίτι. Φωτιά να πάρει τα παιδιά εσένα και το σπίτι, κι εγώ πάω για λευτεριά, πάω με τους λεβέντες.

Ματάκια λυγωμένα

Όσα χορτάρια από τη γης ματάκια ματάκια Ματάκια λυγωμένα και φύλλα 'ποτα δέντρα. Να γίνω γης να με πατείς ματάκια ματάκια Γεφύρι να περάσεις ματάκια λυγωμένα Να γίνω μια τριανταφυλλιά ματάκια ματάκια Να κάθεσαι στον ίσκιο ματάκια λυγωμένα Να πέφτουν τα τριαντάφυλλα ματάκια ματάκια Τριγύρω στο λαιμό σου ματάκια λυγωμένα Με μάραναν κι εμένα.

Μωρή κακιά γειτόνισσα

Μωρή κακιά γευτόνισσα τι έχεις και με μαλώνεις. Σίμασε τα περιστέρια σου πούρχονται στην αυλή μου. Μου πήρανε το χώμα μου μου φάγαν το ψωμί μου. Εγώ το χώμα τόθελα να φτειάσω μοναστήρια Να βάλω μέσα καλογριές κι απ' έξω κολογέρους Να βάλω κι ένα γούμενο να τους ξεμολογάει.

Όλα τα πουλάκια

Όλα τα πουλάκια κι αμάν αμάν Όλα τα πουλάκια ζυγά ζυγά. Κι ένα χελιδόνι το μοναχό Κάθεται και κλαίει και μολογεί Άντρα μου πολίτη πραματευτή. Που την εδιάλεξες αυτή τη νια Την ξανθομάλλουσα κι ομορφονιά Στο μπαξέ τη βρήκα που πότιζε το βασιλικό της και ράντιζε.

Έκαμα πως έκαμα

Έκαμα πως έκαμα μωρ' μάνα. Έπιασα μια πέρδικα μωρ' μάνα Και τη βάλα στο κλουβί μωρ' μάνα να λαλεί κάθε πρωί μωρ' μάνα να ξυπνάει τα νιόγαμπρα μωρ' μάνα τα σιδεροστέφανα μωρ' μάνα για να πάνε για δουλειά ωρ' μάνα.

Χαλασιά μου

Δε στο είπα χαλασιά μου στο μύλο να μην πας

Μη σε πατήσει η ρόδα και γίνω εγώ φονιάς

Χαλασιά μου να γίνω εγώ φονιάς.

Μωρή κακιά κοπέλα, μην πας για λάχανα

χαλασιά μου, μην πας γα λάχανα.

Περίμενε κι εμένα να σου πω τα βάσανα

Χαλασιά μου, να σου πω τα βάσανα.

Όλον το Μάη Μάη κι όλον τον Αύγουστο

Ήρθα για να σε πάρω μου κάνεις τον άρρωστο.

Όλον το Μάη Μάη, κι όλον το θεριτή

Ήρθα για να σε πάρω, σε βρήκα μοναχή

Το φεγγάρι κάνει βόλτα στης αγάπης μου την πόρτα.

Το φεγγάρι κάνει κύκλο στης αγάπης μου τον κήπο.

Το φεγγάρι και τ' αστέρι βάλθηκαν να γίνουν ταίρι.

Τ' έχεις βασιλικέ μου και μου μαράθηκες

Ποιας σ' έβαλε σε λόγια και με παράτησες.

Η Δεροπολίτισσα

Μωρ' Ντεροπολίτισσα μωρ' καημένη Συν τα πας στην εκκλησιά μωρ' καημένη. Με λαμπάδες με κεριά ζη - μωρ- ζηλεμένη. Και με μοσκοθύμιαμα μωρ' καημένη. Για προσκύνα και για μας μωρ' καημένη. Γιατέ μας τους χριστιανούς ζη μωρ' ζηλεμένη. Μη μας σφάξει η τουρκιά μωρ' καημένη Σαν τ' αρνιά της Πασχαλιάς ζη μωρ' ζηλεμένη Σαν τα κατσίκια τ' Άι Γιωργιού μωρ' καημένη.

Πάρε Μαριώ τη ρόκα σου Πάρε Μαριώ πάρε Μαριώ τη ρόκα σου κι έλα το φράχτη φράχτη, βάσανα πόχει η αγάπη Κι αν σε ρωτήσει η μάνα σου τι τόκανες το δράχτι. Αχ βάσανα πόχει η αγάπη

πήγε στον τοίχο, τοίχο τοίχο, δεν μπορώ να σε πετύχω.

Της Βασιλαρχόντισσας

Δεν είναι κρίμα κι άδικο, δεν είναι κι αμαρτία να 'ναι η Βασίλω σ' ερημιές, σε κλέφτικα λημέρια. Να στρώνει πεύκα στρώματα, θυμάρια προσκέφαλια. Κι ο Θυμιο-Γάκης φώναζε, ο Θύμιος Γάκης λέει. Σήκω, Βασίλω μ' κι έφεξε σήκω μας πήρε η μέρα. Μην έρθουν και μας πιάσουνε στον ύπνο μας απάνω.

Τα πήρανε τα πρόβατα

Τα πη, Βλάχαμ' τα πήρανετα πρόβατα. Τα βάλανε στη στρούγκα Βλάχαμ' τσελιγκοπούλα. Τ' αρμέξαν, τα ξαρμέξανε σε μια παλιοκαρδάρα παλιά μου φιληνάδα

Επήξανε και το τυρί σε μια παλιοτσαντίλα.

Ο Μενούσαγας

Ο Μπιρμπίλης, ο Ρεσούλης κι ο Μενούσαγας. Σε κρασουπουλειό πήγαιναν για να φαν να πιουν. Κει που τρώγαν κει που πίναν, και που γλένταγαν κάτι πέσαν σε κουβέντα για τις όμορφες. Όμορφη γυναίκα πόχεις, βρει Μενούσαγα! Πού την είδες, που την ξέρεις και τη μολογάς; Ψες την είδα στο πηγάδι πού'παιρνε νερό και της δίνω το μαντίλι, και μου τόπλυνε. Και της είπα και δυο λόγια και τα δέχτηκε. Αν την είδες και την ξέρεις, πες μου τι φορεί. Ασημένιο μεσοφόρι με χρυσό κουμπί. Ο Μενούσης μεθυσμένος πάει την έσφαξε. Το πρωί ξεμεθισμένος πάει την έκλαψε. Σήκου πάπια σήκου χήνα, σήκου νεραντζιά. Σήκου λούσου, και χτενίσου κι έμπα στο χορό. Να σε ιδούν τα παλικάρια, να μαραίνονται. Να σε ιδώ κι εγώ, ο καημένος, να σε χαίρομαι.

Άιντε Μάρω στο πηγάδι

Άιντε Μάρω στο πηγάδι, άιντε για νερό. Καρτερείτε αδερφούλες για να ζαλωθώ. Να ζαλώσω τη βαρέλα και το μαστραπά. Τ είναι ο Γιάννος στο πηγάδι ο πλανόγιαννος που πλανεύει τα κορίτσια και τις όμορφες. Που με πλάνεψε κι εμένα και δεν έρχομαι.

Αφήνω γεια στις όμορφες

Αφήνω γεια στις όμορφες και γεια στις μαυρομάτες κι εγώ πάω στα Γιάννινα, στου μπέη τα παλάτια. Γεια σου χαρά σου μπέη μου. Καλώς τη Βλαχοπούλα. Εγώ είμαι η βλάχα η όμορφη η βλάχα η παινεμένη πόχω τα χίλια πρόβατα τα πεντακόσια γίδια. Λύκος να φάει τα πρόβατα, λύκος να φάει τα γίδια.

Βλαχούλα

Βλαχούλα ερροβόλαγε από ψηλή ραχούλα με την ροκούλα γνέθοντας τ' αδράχτι της γεμάτο. Κι ο βλάχος την αγνάντευε από ψηλή ραχούλα. Βλάχα μ' πούθεν έρχεσαι και πούθε κατεβαίνεις. Από το σπίτ'μ έρχομαι στα πρόβατα πηγαίνω πάω ψωμί του πιατικού, τσαρούχια του τσοπάνου.

Της Ασημούλας

Ήρθε η ώρα γι' άρμεγμα μωρ' Ασημούλα μου η ώρα για τη στρούγκα.

Πάρε Ασήμω μ' τ' άλογα και φόρτωστα καρδάρια, Κι αυτόν το δρόμο που θα πας να ξαναγύρεις πίσω. Κι αυτή το δρόμο άλλαξε κι άλλο δρόμο πήρε.

Πήρε το δρόμο των κλεφτών των καπεταναραίων.

Της Χάιδως

Τι να σου κάνω Χάιδω μου, τι να σου κάνω γιε μου Εγώ ο μαύρος γέρασα κι εσύ θέλεις παιχνίδια Θέλεις στην κούνια βάλε με θέλεις στα Σαρμανίτσα Και με τα πόδια κούναμε και με τα χέρια γνέσε Και με το στόμασ' το γλυκό πες μου γλυκά τραγούδια.

Της Λιγοήμερης

Κοιμάται μια Λιγόημερη, στην αγκαλιά τ' αντρός της Σιγά σιγά τον ξύπναγε σιγά σιγά του λέει Για ξύπνα νοικοκύρη μου και μη βαρειά κοιμάσαι Η συντροφιά σου πέρασε κι όλα τα καραβάνια.

Της Λεβέντως

Κάτω στις μαύρες θάλασσες Λεβέντω

Στις πράσινες Λιμνούλες Λεημονιά με τα λεημόνια

Άι βγήκαν καράβια τούρκικα Λεβέντω

Βγήκαν και τα ρωμαίικα Λεημονιά με τα λεημόνια

Άντε και πιάσανε τον πόλεμο Λεβέντω

Απ' το πρωίη ως το βράδυ Λεημονιά με τα λεημόνια.

Και νίκησαν τα τούρκικα Λεβέντω

Και πήραν τα ρωμαίικα, Λεημονιά με τα λεμόνια

Άι πήραν μανάδες με παιδιά Λεβέντω

Και πεθερές με νύφες Λεημονιά με τα λεημόνια

Άιντε πήραν μια αρχοντοπεθερά Λεβέντω

Με δέκα οχτώ νυφάδες Λεημονιά με τα λεημόνια.

Πέρασα στην πόρτα σου κι έγνεθες τη ρόκα σου

Πέρασα στην πόρτα σου κι έγνεθες τη ρόκα σου, κι είδα το χεράκι σου πόστριφτε τ' αδράχτι σου. Δαχτυλίδι γυάλισε κι η καρδιά μου ράγισε. Μήπως επαντρεύτηκες, μην αρραβωνιάστηκες; Ούε επαντρεύτηκα, ούτε αρραβωνιάστηκα.

Δώδεκα μερών νυφούλα

Δώδεκα μερών νυφούλα χήρα, πάει στη μάνα της. Με τα τέλια στο κεφάλι έκλαιγε τον άντρα της. Σώπα, τσιούπρα μου, σώπα γιε μου και θα ξαναπαντρευτείς. Τι μου λες μωρ' στρίγλα μάνα, τι μου λες; Τέτοιον άντρα πούχα η μαύρη, δε θα ξαναβρώ.

Τούτη η γης μωρή Γιώργαινα

Τούτη η γης μωρ' Γιώργαινα, τούτη γης που την πατούμε Όλοι μέσα θε να μπούμε.

Τούτη η γης με τα χορτάρια τρώει νιους και παλικάρια. Τούτη η γης με τα λουλούδια, τρώει νιους και κοπελούδια. Τούτη η γης που την πατούμε όλοι μέσα θε να μπούμε.

Μαρία

Μαρία λεν την Παναγία, Μαρία λεν και σένα μωρ' Μαρία μου Τον άντρα που σου τάξανε σήμερα τον παντρεύουνε Κακομοίρα μου.

Και του δίνουν τον οχτρό σου μωρ' Μαρία μου Για το πείσμα του δικό σου κακομοίρα μου.