αβέρτα = απόλυτη ελευθερία
αγάλια = σιγά
αγανό = αραιό .
αγανό ύφασμα = αραιό
άγανό = μέρος από το στάχυ του σιταριού
αγγαίος = τουαλέττα, αποχωρητήριο
αγγαρία = εργασία χωρίς ενδιαφέρον
αγγείο = δοχείο
αγερικά = κακά πνεύματα
άγαρπος = απότομος στους τρόπους
αγκαστριά = εγκυμοσύνη
αγκωνάρι = μακρύ ξύλο για στέγη
αγκωνή = θέση κοντά στο τζάκι του σπιτιού
αγκωνίστρα = ο χώρος που ανάβουν τη φωτιά στο τζάκι
αγναντεύω = ερευνώ με τα μάτια μου μακριά
αγνάντιο = τοποθεσία από την οποία μπορεί να παρατηρήσει κανείς
αδερφοποιτή - στενή φίλη με την ευλογία της εκκλησίας
άίντε = έλα
άϊντε στο καλό = πήγαινε στο καλό άκριντος = αμίλητος
άκριντο νερό = το νερό που παίρνουν από τη βρύση χωρίς να μιλούν στο δρόμο
ακουμπάω = κάθομαι κάπου
ακουμπίστρα = τόπος στον οποίο κάθονται για ξεκούραση στο ύπαιθρο
αλλαξιά = φορεσιά
αλλογοσύρτης = κλέφτης αλόγων
αλλόκοτος = παράξενος
αλάργα = μακριά
αλυχτάω = γαυγίζω
αμανέτι = ενέχυρο
αμπάρι = μεγάλο ξύλινο κιβώτιο για την αποθήκευση σιτηρών χωριστά
αμπέχονο = είδος σακάκι αμπάχνω - σπρώχνω
αμπόλια = μεγάλο μαντήλι που βάζουν στο λαιμό στους νεόνυμφους την ώρα της στέψης
μαστραπάς = μικρό χάλκινο δοχείο για να βάζουν νερό στα ποτήρια ή να
πίνουν μ' αυτό
μαυλάω = καλώ το σκυλί ή κάποιο άλλο κατοικίδιο ζώο
μερεμέτι = μικροεπισκευή
μιντέρι = στρώμα φτιασμένο με λινάτσα και γεμισμένο με ροκόφυλλα ή κομματάκια ύφασμα μουρντάρης = ακάθαρτος, ανήθικος
μπάκακας = βάτραχος
μούλκι = κτήμα
μπακάτι = μικρό κοπάδι
μπαλαλάω = λέω πολλά και ανόητα
μπαγκράτσι = μικρό μεταλλικό δοχείο
μπάίλισιά = ζαλάδα και τάση για εμμετό
μπαξές = μεγάλς κήπος με πολλά δέντρα
μπακάμη = είδος χρωματιστής σκόνης που χρησιμοποιείται στο βάψιμο αυγών
μπαξίσι = φιλοδώρημα
μολεσιά = νοστιμάδα
μπαμπέσης = ανάξιος εμπιστοσύνης
μπαρίσι = αποκατάσταση σχέσεων μεταξύ αντιμαχομένων
μπασμένος = αυτός που μπήκε κάπου, αδύνατος
μπάρκα = η κοιλιά
μουαμπέτι = κουβεντολόι
μουντζουφλιά = χαστούκι στο πρόσωπο
μπανταλιασμένο = έρημο
μπατζαριό = τυροκομείο
μπαταξής =απαταιώνας
μουλοχτός = άνθρωπος πονηρός, ύπουλος
μπάτσα = χαστούκι
μπεζεράω = βαριέμαι κάτι
μπερδεύομαι = ανακατεύομαι
μπερντές = κουρτίνα
μπέντι = δικαιολογία
μπέσα = εμπιστοσύνη
μπεσαλής = έμπιστος
μπερκέτι = γεωργική παραγωγή
μπλέτσι = γύμνια, πολύ φαγητό
μπλετσώνω = τρώγω καλά
μπερμπετσούλης = άνθρωπος με άσχημο χαρακτήρα
μπίθας = ο πισινός
μπιτ για μπιτ = καθόλου
μπινάρι = δίδυμος
μπιντίζω = τελειώνω
μπινέκι = άλογο κατάλληλο για καβαλίκεμα
μπιραέτι = ικανοποίηση
μπινάς = ο άνθρωπος που στηρίζει την οικογένεια, ο άντρας θεωρείται ο μπι- νάς
μπιντιαβά = φθηνά
μπιντούνι = γεμάτο, πολλά έντομα
μπινιότα = μεταλλικό δοχείο μεγάλο
μπιριπίλι = σφυρίχτρα
μπιστόβλεκος = λαίμαργος μπογιά = χρώμα
μπομπότα = ψωμί από αλεύρι καλαμποκιού
μπομπότσι = το στομάχι των πουλιών
μπόρμπαλο = σαλιγκάρι
μπούζι = πολύ κρύο
μπούντα = δυνατό κρυολόγημα
μπότι = πήλινο δοχείο μικρό
μπουνταλάς = κουτός
μπρέγκα = συνάχι
μπριάμι = φαγητό ψημένο σε ταψί στο φούρνο ή στη γάστρα
μπρισίμι = ειδική κλωστή για κέντημα
μουλοχτός = ύπουλος, πονηρός
μπουλιουρί = ρεζίλι
μπούλωμα = σκέπασμα του κεφαλιού
μπούρλιαξε = είχε πολύ
μπουχαρή = καπνοδόχος
μπόρτζι = χρέος
Ν
νάμα = κρασί που χρησιμοποιείται στην θεία λειτουργία
νάζι = φιλαρέσκεια
νίλα = κακοπέραση, καταστροφή
νισιάνι = όμορφος
νισάφι = επιτέλους
νιστέρι = μικρό μαχαίρι
νομάτοι = τα μέλη μιας ομάδας ανθρώπων
νταβάς = καυγάς
νταβάς = ένα μικρό χάλκινο ταψί
ντάβανος = μεγάλη μυίγα
νταγιαντάω = κάνω υπομονή
νταής = κουβαρδάς, ψευτοπαλικαράς
ντάιμα = συχνά νταβλαμπάς = τεμπέλης
νταβραντάω = κάνω ότι θέλω χωρίς να λογαριάζω κανέναν
νταμάρι = χώρος από τον οποίο βγάζουν πέτρα, ράτσα σε ανθρώπους και ζώα
ντάλα ** μεγάλη ζέστη
νταμπλάς = εγκεφαλικό επεισόδιο
νταουτζιάς = ασθένεια των ζώων
νταγκλαράς = μεγάλος άντρας
νταραβέρι = δοσοληψία, διασκέδαση
νταρτάνα = μεγάλη γυναίκα
ντάργα = ακίνητος, αναίσθητος
ντεγιάκι = ξύλινο υποστήριγμα
ντέγκι = δέμα με ρούχα
ντέβρι = συζήτηση έντονη
ντεβεκέλης = ανοιχτόκαρδος, κουβαρδάς
ντερβένι = δημόσιος δρόμος
ντελικάτος = φιλάσθενος
ντερβέναγας = αυτός που κάνει ότι θέλει
ντέρτι = καημός
ντιχάλα = ξύλο ή σίδερο με δύο σκέλη
ντοζ - μαντό = όπως δήποτε
ντόρος = φασαρία
ντόμπρος = απονήρευτος
ντομοσιάρικο = το ζώο που κάνει ζημιές
ντότου = καθόλου
ντουμάνι = βρισιά
ντουμάνιασε = γέμισε καπνούς
ντούνα = απογοήτευση
ντουλαμάς = πλατύ φόρεμα, ράσο κληρικού
ντουνιάς = πολυκοσμία
ντουσιουμάνης = κακός
ντουφάνι = δυνατή βροχή
ντράβαλα — φασαρίες
ντραβουτζίκα = δερμάτινη σακούλα (τσάντα) του βοσκού
ντραγάτης = αγροφύλακας
ντριμόνι = κόσκινο με μεγάλες τρύπες
ντριμπίνι = μεγάλη ζέστη
ντριμπουνιασμένος = πολύ ζωηρός
ξάγναντο = μέρος που αφήνει το ανθρώπινο μάτι να βλέπει μακριά
ξαδειάζω = ευκαιρώ
ξαγκουσιάζω = φεύγει η αγγούσα, η δευσφορία που αισθανόμουν
ξάι = αλεστικό δικαίωμα, αμοιβή σε είδος
ξακρίζω = οργώνω και τις άκρες του χωραφιού
ξαλαφρώνω = διώχνω από μέσα μου το βάρος στενοχώριας
ξαποσταίνω = ξακουράζομαι
ξαστακιάζει = βγάζει στάχυα
ξεβγήκε = προόδευσε
ξελαγάρισε = ξεκαθάρισε
ξεζκούρινε = έγινε καλύτερα από την αρρώστεια που είχε, δυνάμωσε
ξεκαρδίζομαι στα γέλια = γελάω πολύ
ξελαρυγγίζομαι = φωνάζω δυνατά
ξεμύτισε = βγήκε στην επιφάνεια
ξάνοιξε ο καιρός = βελτιώθηκε
ξεπεζεύω = κατεβαίω από το άλογο
ξέπλυνε = έκαμε το τελικό πλύσιμο
ξεραγγινός = αδύνατος στο σώμα
ξερνάω = κάνω εμετό
ξεστρατίζω = φεύγω από τον κανονικό δρόμο
ξέσκουρα = χωρίς να υπολγισθούν οι συνέπειες
ξεχωνιάζω = σκάβω πολύ βαθιά
ξέστα = πήλινο δοχείο
ξεψήθηκε = ψήθηκε πολύ
ξιάμωσε = προσπάθησε να δείρει κάποιον
ξίγκι = λίπος στο κρεάς
ξίκικο = κακοζυγισμένο, ελλειποβαρές
ξυστρά = πλάγια
έπεσε ξυστρά = έπεσε πλάγια
ξόανο = άνθρωπος κουτός
ξύστρα = μικρό μεταλλικό μαγειρικό σκευός, με τη βοήθεια του οποίου βγάζουν τα φαγητά από το ταψί
ξόδι = θρήνος ξοδιάζω — ξοδεύω
ξόμπλι = σχέδιο
ξόλιτρη γυναίκα = γυναίκα νέα που δεν είναι έγγυος
ξυχώνω = σκάβω ανάβαθα
ξωπαρμένος = ανόητος
όιντισε = έγινε καλύτερο
ομπλή = η πατησιά των ζώων, σπιθαμή εδάφους
οιμπρέτι = έγινα οιμπρέτι = έγινα χάλια, λερώθηκα πολύ
όξω = έξω
οργιό = ρίγος, τρεμούλα
ορμηνεύω = συμβουλεύω
ούρτσουλο = κουτός
όχτος = η άκρη του χωραφιού
Π
παλάντζα = είδος ζυγαριάς
παλάντζας = άνθρωπος με ασταθή χαρακτήρα
παλούκι = πάσαλος
παπάρα = φαγητό που γίνεται με ψωμί από μπομποτάλευρο
παράγουρα = προχωρημένη νύχτα η πριν της ώρας
παραδαρμός = σωματική υπερένταση
παραδέρνομαι = δεν μπορώ να ηρεμήσω
παραδόπιστος = φιλοχρήματος
παραμάσκαλα = κάτω από την μασκάλη
παραμονεύω = παρακολουθώ κάτι κρυφά
παραστιά = ο χώρος που βρίσκεται δίπλα στο τζάκι του σπιτιού
παρασπόρι = το χωράφι που βρίσκεται απόμερα και δεν καλλιεργείται συχνά
πασκάω = περιποιούμαι, προσπαθώ
παρόξότερος = μακρινός συγγενής
πασχίζω = προσπαθώ
πατούνα = κοντή κάλτσα
παστράδα = καθαριότητα
παστρικός = καθαρός
παφλας = τενεκές
πελεκουριό = ξυλοδαρμός
πεσκέσι = δώρο
πετεινός = κόκορας
περβέντα = επίσκεψη γυναίκας με δώρα σε φίλη της λεχώνα πέτρο = το φύλλο που βάζουν στις πίτες
πετρόβεργο = ξύλινη βέργα στρογγυλοπελεκητή, με την οποία φτιάνουν τα
φύλλα για τις πίτες πέτσα = φλούδα πηλάλα - τρεχάλα
πιγκώνομαι = θύμωνω
πηδούλι = μκρό άσπρο σκουλήκι που τρυπάει τη φέτα το τυρί
πιστάγκωνα = δεμένος με τα χέρια πίσω
πιστικός = βοσκός που βόσκει ξένο κοπάδι
πιχρίζι = δίαιτα αρρώστου
πλαντάζω = στενοχωριούμαι πολύ και κοντεύω να σκάσω
πλόχερος = ποσότητα είδους που χωράει στην παλάμη του χεριού
ποντιλιάρης = πεισματάρης και ισχυρογνώμων
πορεύω = περνάω, πορεύω καλά = περνάω καλά
ποργιά = πρόχειρα ξύλινη εξώπορτα στον περίβολο σπιτιού στην ύπαιθρο
πούλα = μικρή κότα
πουρνό = πρωί
πουσπουρίζω = μιλάω σιγανά
πριόβολς = μικρό ατσάλινο όργανο με το χτύπημα του οποίου σε στουρνάρι
ανάβει φωτιά σε ίσκα
προβοδούρος = ταχυδρόμος
προκάλος = το ζευγάρωμα των προβάτων
προύσια = πολλά αναμένα κάρβουνα και όταν φυτρώνουν πυκνά τα σπαρτά
προσήλιο = χώρος που δέχεται πολλές ηλιαχτίνες
προστιλαίνω = βάζω τα νεογέννητα αρνιά και κατσίκια να θηλάσουν .
πρώιμος = καρπός που ωριμάζει γρήγορα
πυκνάδα = κοσκινίστρα με μικρές τρύπες. Μ' αυτήν κοσκινίζουν το αλεύρι για το ζύμωμα
πυροστιά = μικρός σιδερένος τρίποδας που χρησιμομποιείται κατά το μαγείρεμα
πυρώνομαι = ζεσταίνομαι κοντά στη φωτιά
Ρ
ραϊδιό = απότομο βράχος, γκρεμός
ράθυμος = ο άνθρωπος που εκνευρίζεται εύκολα
ρακ-μπινάκ = μεγάλη καταστροφή
ράμα = κλωστή
ράτσα - φάρα, σόι
(το) ραχάτι = ανάπαυση, ξεκούραση, καλοπέραση
ρέμπελος = ακατάστατος
ρεμπελιά = ακαταστασία
ρέντζελο = κουρέλι
ρεντίκουλο - μεγάλη περιφρόνηση
ρημαδιό = ερήμωση
ριζάφτι (το) = μέρος του αυτιού
ροβολάω = κατεβαίνω τον κατήφορο
ροδάνι — συσκευή που μαζεύουν τα νήματα
ροδάνι = είδος τροχαλίας με την οποία βάζουν γερό από πηγάδι
ροκανάω = μασάω με θόρυβο ροκανίζω = κόβω ξύλο με το ροκάνι
ρόκα = ξύλινο όργανο για το γνέσιμο των μαλλιών, στάχυ καλαμποκιού
ροπή = καταστροφή
ρούσος = ξανθός, ρούσα = ξανθιά
ρουτί = γυναικείο πουκάμισο
ρουτζάς = παράκληση
Σ
σάισμα = σκέπασμα υφασμένο με μαλλί γίδινο
σάϊκο = σωστό
σακούλι = μάλλινη τσάντα
σακουλοτύρα = μικρή δερμάτινη σακούλα που βάζουν οι τσοπάνηδες τυρί
σακοράφα = μεγάλη και χοντρή βελόνα
σακάτης = ανάπηρος
σαλαγάω = οδηγώ το κοπάδι στη βοσκή
σαργιά = το ακάθαρτο νερό που βγαίνει από το πλύσιμο του προβατίσιου μαλ¬λιού
σαρμανίτσα = ξύλινη κούνια
σαράδια = κέντηματα στα γυναικεία ρουτιά
σαράκι = έντομο που τρυπάει το ξύλο, μεταφορικά αρρώστεια
σαρζής = υλοτόμος
σεβντάς = αγάπη, έρωτας
σεργιανάω = κάνω περίπατο
σεμπέπι = δικαιολογία
σεργιάνι = περίπατος
σελεμέτι = σωτηρία
σερκό = αρσενικό
σερμή = πλαγιά στρωμένη από τη φύση με χαλίκια
σερμπέτι = ελαφρός καφές
σέρπετα = όλα τα ερπετά σερτζίμι = σκοινί
σέρτικος = άντρας με υπερβολική σεξουαλική δραστηριότητα
σβέρκο = μέρος του λαιμού
σβερκλιά = κομμάτι κρέας από το λαιμό του ζώου
σιάδι = καταγής, κάτσε σιάδι = κάτσε κάτω
σιαδάκι = ομαλή έκταση στο ύπαιθρο
σιάζω = τακτοποιώ
σιαδώθε = προς τα δώ
σήμαντρο = χάλκινο ή ξύλινο στενόμακρο αντικείμενο που παράγει ήχο
σιακάδες = αστεία
σιαλιβάρι = μάλλινο πλατύ ιδιότυπο παντελόνι
σιαμαντάς = καυγάς, φασαρία
σιαμαντάνι = ανδρικό γιλέκο του παλιού καιρού
σιαμαντούρα = πρόχειρος χαρταετός
σιαγκαμπένι = πρόχειρο παλιό σακάκι
σιαπέρα = προς τα πέρα
σιάρα = ειδικό πριόνι που χρησιμοποιούν οι υλοτόμοι
σιαργκάνι = κακοντυμένος
σιασέτι = κακοκαιριά
σιάρκα = μακρύ και πλατύ μάλλινο ένδυμα ιδιότυπο του παλιού καιρού
σίβρασμα = είδος φαγητού με ρύζι που ψήνεται στη γάστρα ή στο φούρνο
σιερντένια = φαγητό μαγειρεμένο με εντόσθια
σικλέτι = στενοχώρια
σιελέτουρο = άνθρωπος χωρίς εκτίμηση
σινίίφ ανάβαθο = ταψί
σιντάκι = μαρτυρική κατάθεση
σίτα = κόσκινο με πυκνές τρυπίτσες
σιουγγάρι = αρνί γεννημένο αργότερα από τα πολλά αρνιά
σιουγκλιάρης = άνθρωπος αργοκίνητος
σιουμπάρα = μάλλινο πλεχτό κάλυμμα της κεφαλής
σιουβάλα = τρέχει πολύ το αίμα
σιουμάλα = πολύξερο χόρτο
σιουμπεγές = σκέψη
σιουρφελές = άνθρωπος που δεν έχει καμμιά εκτίμηση
σιούφαρο = σκουπίδι
σκανιάζω = στενοχωριούμαι
σκιάζομαι = φοβούμαι
σκαπετάω = απομακρύνομαι
σκέμπι = χοντρός βράχος
σκάρος = η νυχτερινή βοσκή του κοπαδιού
σκάρπα = θάμνος πουρναριού
σκάρφι = πρακτικό φάρμακο για τον πονόδοντο
σκαμιά = μουριά
σκαντάρια = πολύχρωμα μαντίλια, που κρεμούσαν από το ζωνάρι της νύφης σκουλίδα μικρό δεματάκι από βριζάχυρο (σικάλι) ή παπύρι
σκουτιά = ρούχα
σκρούμπος = τα αποκαΐδια υφάσματος
σκόπι = μακρύ ξύλο που χρησιμοποιούν οι βοσκοί
σκορδάμι = σκορδαλιά
σκράπας = αυτός που δεν παίρνει τα γράμματα
σκρόφα = παλιογυναίκα
σουλατσάρω = γυρίζω άσκοπα
σουλούπι = τύπος ανθρώπου
σουλουπωμένος = καλοντυμένος
σουργκιούνι = ρεζίλι
σούσουρο = δυσμενή σχόλια
σουφράς = ξύλινο, χαμηλό, στρογγυλό τραπέζι
σπιούνος = καταδότης
σπολάκι = ευτυχώς
στόλισμα = η μεσημεριάτικη ξεκούραση των ζώων τις μεσημβρινές ώρες
σταλίκια = ξύλα που στηρίζουν στο εσωτερικό της στέγης και κρεμούν στάχυα
καλαμποκιού στάλος = ο χώρος που σταλίζουν τα ζώα
στανικώς = δια της βίας
στανικώνω = τελειώνω ένα μάλλινο πλέξιμο
στάλπα = η πρώτη μορφή του τυριού που δεν έχει στραγγίσει το τυρόγαλο
στάχι = όταν τρώμε με μεγάλη όρεξη
στείρος = αυτός που δεν τεκνοποιεί
στημόνι = μάλλινο νήμα για την ύφανση
στουπώνω = γεμίζω πολύ το στόμα, κλείνω μια τρύπα
στρέομαι = συμφωνώ
στρούγκα = ο χώρος στον οποίο αρμέγουν οι τσοπάνηδες τα γιδοπρόβατα
(γαλάρια)
στρίξι = έλλειψη
στρουγκολίθι = η πέτρα που είναι μπροστά στη στρούγκα και κάθεται ο βοσκός να αρμέξει
στούμπος = μικρόσωμος άνθρωπος, ξύλινο ή μεταλλλικό σκεύος που χτυποι-
ούν το γουδί
συντρόφι = εσώβρακο
συρμαγιά = νοικοκυριό
σφαγάρι = σφαγμένο ζώο που τρέχουν τα αίματα
σφαλαγκονιά = ιστός της αράχνης
Τ
τάβλα = ο σουφράς, πρόχειρο ξύλινο στενόμακρο τραπέζι
ταβαντζής = ο ξυλουργός
ταή = η ξηρά τροφή που προσφέρεται στα φορτιάρικα ζώα
ταησάρι = ειδική μάλλινη τσάντα στην οποία βάζουν την ταή
ταλαγάνι = ειδικό πανωφόρι για τους βοσκούς υφασμένο με γίδινο μαλλί
τάλαρος = μεγάλο ξύλινο βαρέλι, λέγεται ακόμα και βούρτσα
ταλίμι = άσκοπο περπάτημα
ταμάμ = σωστό ζύγισμα
ταμαχιάρης = πολύ εργατικός ταζέτικοΗ φρέσκο
ταμαμτζής = ο άνθρωπος που δεν διατυπώνει προσωπική γνώμη και εγκρίνει
χωρίς συζήτηση ότι και αν γίνει
ταμπάκος = τριμένος καπνός που απορροφάται από τη μύτη
τάχα = πιθανόν
τάρα = απόβαρο
ταχιά = πολύ πρωΐ
τεκράρι = όμοιο, παρόμοιο
τεμενάς = υπόκλιση
τένκι = πολύ ελαφρό
τέντζερης = κατσαρόλα χαλκοματένια
τερέστας = ο εαυτός μας
τεσκερές = σημείωμα πρόχειρο
τεψίζης = τσιγκούνης, γρουσούζης
τορός = ίχνος από πάτημα ζώου
τουλούμι = δέρμα (τομάρι ζώου γίδινο ή προβατίσιο) για συντήρηση τυριών
τουλουμοτύρι = τυρί συντηρημένο σε τουλούμι
τζελέπι = φόρος επί των ζώων
τζεπώνω = παίρνω χρήματα χωρίς να τα δικαιούμαι
τζερεμές = τεμπέλης, αδιάφορος
τζιαμάλα = δυνατή φωτιά
τζιβίκι = στολίδι
τζιβικωμένη = στολισμένη
τζιελιμπένι = μικρό πορτοφόλι
τζίρος = εμπορική κίνηση
τζίνα = σουβλερή μύτη, αγκαθωτή στα φυτά
τζινέρης = πειραχτήριο
τζιοκανάω = χτυπάω με κάποιο εργαλείο
τζιομπάνος = βοσκός
τζιόρα = φλόγα από αναμμένα φωτιά
τζιόρας = αμόρφωτος, κουτός
τζιουβαΐρη = πολύ ωραίο
τζιουβαϊρικά = κοσμήματα
τζιούμα = μεγάλο ξύλινο γουδί
τζιουμάνι = πολύ ωραίο
τζιουμόξυλο = ειδικό ξύλο, που στουμπίζουν στη τζιούμα
τζιουντάμι = άνθρωπος άσχημος, κακοντυμένος
τζιουράς ή τζαμάρα = μεταλλική φλογέρα
τζιουχαπιάζω = δίνω σημασία
τζιουχάπι = απάντηση, σημασία
τόζι = δύναμη
τουλοπώνω = σκεπάζω πολύ το κεφάλι
αναγουλιά = τάση για εμετό
ανάμα = κρασί για τη θεία λειτουργία
αναφακάς = μοιράδι τροφής
ανάσκαντα = αηδιαστικά
αναγορεύω = συζητάω για κάποιον
άνταμος = χοντρός στους τρόπους
αντάρα = ομίχλη αντάμα = μαζί
αντένω = βρίσκομαι σε δύσκολη θέση
ανεμοσούρι = δυνατός αέρας
άντεμα = δυσκολία που συναντάει ο γεωργός κατά το όργωμα
άντζα = γάμπα
ανεμπόρια = αδιαθεσία
απαντοχή = ελπίδα
απαριασμένος = άνθρωπος ατακτοποίητος, αναποκατάστατος
απίκουπα = μπρούμυτα
αποκούμπι = καταφύγιο, στήριγμα
αποκουμπέτι = τελικά
απόσκεπα = κρυφά, με προφύλαξη
απόστασα = κουράστηκα
αποσταμάρα = κούραση
απόσκιο = τόπος που έχει σκιά
αράδα = σειρά
αραλίκι = ευκαιρία
αρβάλι = μεταλλικό χερούλι δοχείου
αρέντα - τρεχάλα
αργουλητό = ούρλιασμα σκύλου
αρίδα = τρυπάνι
αρτυμή = φαγητό μη νηστήσιμο
ατζαμής = αδέξιος
αστάρι = φόδρα
αστοχάω = ξεχνώ
άτσαλος = ακατάστατος
αχαμνό = κακό σπειρί, άνθρακας
αχαμνά = άσχημα
αχαμνός = κακός
αχαΐρευτος = ανεπρόκοπος
αχούρι = αχυροκαλύβα, στάβλος, σπίτι ανοικοκύρευτο
τουλούπα = μαλλί γίδινο ή προβατίσιο έτοιμο για γνέσιμο
τουρβάς = μάλλινη τσάντα
τσάκνα = μικρά λεπτά ξύλα που χρησιμοποιούνται για το άναμα της φωτιάς τσαγκρασούβλι = μικρό εργαλείο που χρησιμοποιούν οι τσαγκάρηδες
τεκνεφέζης = ο άνθρωπος με αναπνευστικά προβλήματα τσαγκάδα - προβατίνα ή γίδα που γέννησε πρόσφατα και της πήραν το νεο¬γέννητο για να την αρμέξουν
τσανάκι § μικρό δοχείο 3 άνθρωπος πονηρός
τσαμπούνα = δυνατή φωνή τσάμπουρα = μικρά σταφύλια
τσαντίλα = αραιό μάλλινο ύφασμα που χρησιμοποιείται στο στράγγισμα του
τυριού και του γάλακτος τσαντίρι = πρόχειρη σκηνή
τσάρκος = μκρός χώρος στις κτηνοροφικές εγκαταστάσεις που κλείνουν τα
αρνιά και κατσίκια
τσάχαλα = μικρά σκουπίδια
τσέργα = είδος κουβέρτας
τσιαγούλι = το κάτω σαγόνι, η πολυλογία
τσέρμια = παράλυση των άκρων
τσιαμπάσης = ο άνθρωπος που διαπραγματεύεται αγοραπωλησίες μεγάλων ζώων
τσερβέλο = ειρωνικός χαρακτηρισμός κουτού μυαλού
τσιαπλιάζω = πατώ κάποιο ζώο ή πράγμα πάρα πολύ
τσιάταλος = επίθεση
τσάρπικο = είδος κακής ποιότητας
τσάρπικος άνθρωπος = όχι καλός
τσιεδώ = προς τα δώ
τσιέπι = αιχμηρή κορυφή λοφου με βράχια
τσίβα = ψυχρός καιρός
τσιγκριάρης = πειραχτήριο
τσιελεπής ^ ικανός
τσιεπέλα = αρμάθα με ξερά σύκα
τσικί = προς τα κεί
τσίκνα = μέρος του φαγητού που κολά στο μαγειρικό σκεύος
τσιλίκι = ατσάλι, άνθρωπος δυνατός και γερός
τσιμπούρι = μικρό ζωύφιο που προσβάλλει τα ζώα
τσιμπίδα = μικρό μεταλλικό εργαλείο που πιάνουν τα κάρβουνα
τσίμπλα = η ασπροκίτρινη ουσία που βγαίνει στις άκρες των ματιών
τσιμπλέκι = πρόχειρο φτηνό γυναικείο φόρεμα
τσιμπρίζης = ιδιόρρυθμος
τσίντζιρας = ο τζίτζικας
τσιντζιρίζει το νερό = αρχίζει να βράζει
τσιοκάνι = μικρό κουδούνι
τσιόλι = κουρέλι
τσιουμπάρι = λόφος
τσιούπρα = κοπέλα
τσότσο = πολύ μικρό
τσιουράπι = μάλλινη ανδρική ή γυναικεία κάλτσα
τσιότσιο = λίγο
τσίτα = πολύ γεμάτο, μικρή καρφοβελόνα
τσουρνάρα = στάζει πολύ νερό
τσουτσουρώνομαι = στολίζομαι φιλάρεσκα
τσίρος = πολύ αδύνατος
τσιροπούλι = μικρό πουλί, σπουργίτης
τσιτσίδι = ολόγυμνη -ος
τσιτώνω = φυτεύω ένα φυτό ανάβαθα
τραπέτσι = πολύ ξυνό
τριχιά = σκοινί χοντρό
τρυπώνω κάπου = κρύβομαι
Υ
ύψωμα = σιτάρι βρασμένο και πρόσφορο που πάνε στην εκκλησιά στις ονομα¬στικές γιορτές
Φ
φακιόλι = άσπρο μαντίλι για το κεφάλι των γυναικών
φαμίλια = οικογένεια φάρα = σόι
φάτσα = όψη, πρόσοψη οικοδομής
φελί - κομμάτι φέσκα - γεμάτο πολύ
φέξη = φως
φίρα = το βάρος που χάνει ένα χλωρό σιτηρό όταν ξεραθεί
φόρα = φανερά
φόρα = η ταχύτητα που παίρνουν οι αθλητές όταν θέλουν να πηδήσουν φκέντρι, βουκέντρα = ένα μακρύ ξυλο ειδικό που χρησιμοποιούν οι γεωργοί όταν εργάζονται
φόρτσα (η) = ορμητική εμφάνιση του ανθρώπου ύστερα από εκνευρισμό
φουκαράς = δυστυχυσμένος, φτωχός
φούρκα = διχαλωτό ξύλο
φούρκα = θυμός
φούρια = ταχύτητα
φουρκί = το άνοιγμα της ανθρώπινης παλάμης μεταξύ αντίχειρα και δείχτη φουρκίζομαι = θυμώνω
φουρλέτσιος = ξύλινο όργανο που χρησιμοποιείται με τη βλάντα στο απόβου-
τύρωμα του γάλακτος
φουσκή (η) = κοπριά
φούσκος = μπάτσος
φτέντα = ένα χόρτο
φτερωτή = ειδικό στεφάνι που χρησμοποιείται στη λειτουργία του νερόμυλου
φτουράω = κάνω υπομονή
φτουράει το ύφασμα = κρατάει πολύ καιρό
φυντάνι = τρυφερό κλαδί
Χ
χαβάς = συνήθεια, ιδιοτροπία
χαβλώνω = κάθομαι κοντά στη φωτιά με ανοιχτά πόδια
χάβλωμα = πρόχειρο χαλινάρι
χαζίρι = ετοιμασία
χαζιροφάης = αυτός που τα περιμένει όλα από τους άλλους, τεμπέλης
χαιδιάρης = χαϊδεμένος
χαίρι = χαρά, καλό
χαιρλητικό = γεμάτο χαρά
χαλάλι = να το χαρείς
χαλεύω = ζητάω
χαλέπω = η γυναίκα που πάντα ζητάει
χαλασιά = δυστυχία
χαμπέρι = είδηση
χαντούμης = άντρας με ελαττωματικά γεννητικά όργανα
χάπα = βήμα
χαραμής = τεμπέλης, αδιάφορος
χαράμι = κατάρα, να μη χαρεί κάτι που μας πήρε κάποιος
χάρβαλο = αντικείμενο πολύ καταστρεμμένο
χαραμοφάης = τεμπέλης
χαρβαλόστομος = ο άνθρωπος που δεν κρατάει μυστικό
χαρδαλούπας = φαγάς
χαράτσι = άδικη πληρωμή
χάφτω = τρώγω λαίμαργα
χάχας = ανόητος
χαψιά = μπουκιά
χάψαρης = παιγνίδι με αυγά βραστά που παίζεται στα σπίτια το βράδυ
Κυριακής της αποκριάς
χειμαδιό = λιβάδι που ξεχειμωνιάζουν κοπάδια
χειμωνικό = καρπούζι
χέρσο = ακαλλιέργητο
χινόπωρος = Φθινόπωρος
χλιμπόνα = χοντρό κίτρινο αγγούρι
χλιμπονιάρης = άνθρωοπος αδύνατος και κιτρινιάρης
χολιάζω = στενωχωρούμαι
χουγιάζω = φωνάζω δυνατά
χουζούρι = ανάπαυση, καλοπέραση
χουή = ζηλοτυπία
χούι = συνήθεια, ιδιοτροπία
χουιλής = ιδιότροπος
χουκίμι = διάθεση
χουλιάρα = κουτάλι ξύλινο
χουνέρι = ξαφνικό κακό
χούνη = μέρος βαθύ σε λόφο ή βουνό
χούντα = θυμός
χούφτα = φούχτα των χεριών
χούφταλο = πολύ γέρος
χυιλές = συμφέρον
κάνει χυιλέ = είναι συμφεροντολόγος
Ψ
ψάρος = ασπρομάλλης
ψιάνα = μικρό δεματάκι σιταριού
ψίχα = λίγο, το εσωτερικό ξηρού καρπού
ψυχοπιάνω = δυναμώνω
ψυχοπονάω = λυπούμαι κάποιον και τον βοηθάω
ψώμωσε = έβαλε ψωμί. αυτό λέγεται για τα σιτηρά όταν πιάσουν σπειρί
Β
βάβω = γιαγιά βαενάς = βαρελάς
βαένι = βαρέλι
βαιλεύω = περιποιούμαι άρρωστο
βασκοθέρμες = πυρετός από μάτιασμα
βαΐζω = γυρίζω προς τη μια μεριά
βαρδακούλι = μάλλινο γιλέκο με μανίκια
βάρεσα = χτύπησα
βαριομέζης = σκυθρωπός
βαρίδι = εξάρτημα παλιάς ζυγαριάς, παλάντζας
βαρύκαρδος = φθονερός
βεκίλης = αντιπρόσωπος
βελονοτσάρουχα = βελόνα κατάλληλη για το ράψιμο τσαρουχιών
βαλμάς = βοσκός αγέλης αλόγων
βερές ~ εμπιστοσύνη σε οικονομικές συναλλαγές
βετούλι = κατσίκι ενός έτους
βηλάρι = ένα μεγάλο κομμάτι μάλλινο ύφασμα
βιο = τα ζώα του κτηνοτρόφου
βίγλα = μικρή τρύπα στη βαρέλα που χρησιμοποιείται στη μεταφορά νερού
βολά = φορά
βόχα = άσχημη μυρωδιά
βουλώνω = κλείνω ένα δοχείο με στενό λαιμό
βούρλα (η) = εγγεφαλική πάθηση των αιγοπροβάτων
βουτσέλα = ξύλινο δοχείο για τη μεταφορά νερού
βλάμης = αδελφικός φίλος. Η φιλία αυτή ευλογήθηκε από την Εκκλησία
βλάντα = στενόμακρο ξύλινο δοχείο που χρησιμοποιείται να αποβουτυρώνεται το γάλα
βλαντόχορτο = πλατύ φύλλο φυτό που χρησιμοποιείται στο πλύσιμο της βλάντας
γαζέπι = δυνατή βροχή
γαζί = ραφή σε φόρεμα
γάίτάνι = ειδική κλωστή
γιαχνί= βραστό φαγητό
γιατάκι = χώρος για ύπνο
γιούρτι = ο περίβολος γύρω από το σπίτι
γαλάσκι = ασκί για γάλα
γιόρα = η αρρώστια σεληνιασμός
γαλάρα = προβατίνα ή γίδα που έχει γεννήσει και δίνει γάλα
γαράφα = μπουκάλι
γάστρα = μεταλλικό μαγειρικό σκεύος
γεννήματα = τα σιτηρά
γινάτι = θυμός
γκαβός = τυφλός
γκαλιούρης = αλοίθωρος
γκαλτερίμι = χώρος πλακόστρωτος
γκαντέμης = γρουσούζης
γκαντιμή = συνήθεια
γκαμπάτικο φόρτωμα = φόρτωμα στα φορτιάρικα ζώα ακανόνιστο
γκαμπούλι = προτίμηση
γκάρισμα = η φωνή του γαιδάρου
γκέμι = χαλινάρι
γκιζεράω = γυρίζω άσκοπα - γκιορεύω
γκινάφι = κρίμα
γκιντέρι = στενοχώρια
γκιόξη = στήθος
γκιούμη = χάλκινο δοχείο για μεταφορά νερού
γκιοσέμι = ευνουχισμένος τράγος, που οδηγεί το κοπάδι
γκοπλίτσα = μικρό ξύλινο δοχείο για το άρμεγμα των γιδοπροβάτων
γκουρμπέτι = το κράτος
γκούσταρας = η σαύρα
γκούπα = χτύπημα στις πλάτες
γκότσι = φόρτωμα ανθρώπου στην πλάτη
γκουλιάστρα = πηχτό γάλα από γίδα ή προβατίνα που γέννησε πρόσφατα γκλαφουνάω = γαυγίζω γράβα = σπηλιά
γκρίτζαβλος = άνθρωπος κακότροπος, ραδιούργος
γραπώνω = πιάνω κάποιον και τον σφίγγω δυνατά,
γρεντά = ξύλινο δοκάρι που βάζουν στις στέγες με κεραμίδια
γριπίδα = πελεκητές πέτρες τοποθετημένες στην κορυφή του τείχου ανεγειρόμενου σπιτιού
γρουμπούλι = στρογγυλός βόλος
Δ
δαμάλι = αρσενικό μοσχάρι δίχρονο ή τρίχρονο
δάρτης = ειδικό ξύλο που χρησιμοποιούνταν στο στούμπισμα καλαμποκιού
διακονάρης = ζητιάνος
διακονιά = ζητιανιά
δίμυτο = χοντρό μάλλινο ύφασμα
δοκιούμαι = καταλαβαίνω
δρασκελιά = ανοιχτό βήμα
δροτσίλια = μικρά σπειράκια στο στόμα, ή το πρόσωπο
δράχτι = ειδκό ξύλο που χρησιμοποιείεται στο γνέσιμο
Ε
ελιάτσι = θεραπεία
είδισμα = αντικείμενο του σπιτιού
εξέφεξε = ξημέρωσε καλά
Ζ
ζαβός = παράξενος
ζαβό = στραβό
ζαβλακωμένος Η κακοδιάθετος
ζαγάνι = πιάτο μεταλλικό
ζαγάρι = σκυλί κυνηγιάρικο
ζαερές = τροφή για τα χοντρά ζώα, βοοειδή, άλογα κ.λ.π.
ζακόνι = συνήθεια ιδίως κακή
ζαλίκι = φόρτωμα ξύλων στην πλάτη γυναικών
ζαλικωμένος = θυμωμένος
ζάλωμα = φόρτωμα διαφόρων πραγμάτων στην πλάτη γυναικών
ζάμπουνος = αδιάθετος, άρρωστος
ζαμάνια = πολλά χρόνια
ζαντούφα = μεγάλη ζέστη, χωρίς να φυσάει αέρας
ζαπώνω = καλαμβάνω και κατακρατώ ξένη περιουσία
(το) ζαράλι = ασθένεια σωματικό ελάττωμα
ζάντζα = ιδιοτροπία
ζάφτω = τρώγω λαίμαργα
ζαπιτιές = τούρκος χωροφύλακας
ζέβλα = ξύλινο = εξάρτημα του ζυγού του γεωργού
ζευγίτης = γεωργός
ζευζέκης = ιδιόρρυθμος
ζεκοπάω = βρωμάω πολύ
ζεματίστηκα = κάηκα πολύ
ζέφκι = διασκέδαση, καλοπέραση
ζιαβακομένος = άσχημος
ζιαπόνιας = μικρόσωμος
ζιαφέτι = τραπέζωμα, γεύμα σε κάποιον
ζιουπάω = πιέζω ζερβά = αριστερά
ζερζεβούλης = κακόβουλος άνθρωπος
ζόρικος = απότομος, παράξενος
ζούγαστρο = άνθρωπος, άτιμος
ζούδιο = άγριο ζώο. Έτσι αποκαλούν το λύκο
ζούδιο = άνθρωπος ασταθής, άσχημος
ζουμόσταρο = ζουμί από βρασμένο σιτάρι
ζούμπος = μεγάλη πέτρα για πετροβόλη μα και τέτοιες πέτρες λέγονται και
στούμπια
ζουλούμι = ζημιά
ζκρουμπός = άνθρωπος ελαφρώς και καμπουριασμένος
ζουλουμικιάρης = ο άνθρωπος που κάνει ζημιές
ζουμπάς = μικρόσωμος
ζποδιέμαι = συναντάω εμπόδια
ζπαραλιάζω κάτι = το καταστρέφω
ζυγός = ξύλινο γεωργικό εργαλείο
ζυγούρι = αρνί ενός έτους
ζυγώνω = πλησιάζω
ζυμεκιάρης = υπάλληλος
ζωντανά = τα κατοικίδια ζώα
ζωντάρι = κακοψημένο, σχεδόν άψυτο
ζώση = η μέση
Θ
θαραπαύκα = ευχαριστήθηκα πολύ
θαμπά = όταν δεν βλέπουμε καλά, μισοσκόταδο
θέρμη = πυρετός
θάμα = θαύμα
θεόρατο = πολύ μεγάλο
θηλίκι = πρόχειρο ράψιμο σε κάποιο φόρεμα, ελλείψει κουμπιού
θράκα = αναμμένα κάρβουνα θραψερό δέντρο = πολύ αναπτυγμένο
ιζμέτι = θέλημα
ιμπρέτι = καταλερωμένο
ίσκα = ουσία με την οποία οι παλαιότεροι άναβαν φωτιά
Κ
καβούλι = εγγύηση
καβούρδισμα = τηγάνισμα
καδήνα = γυναικείο κόσμημα που κρεμιέται στο λαιμό
κάδρο = φωτογραφία τοποθετημένη σε κορνίζα
καζάνι = μεγάλο χάλινο δοχείο, καάλληλο για πολλές χρήσεις
καζμάς = σκαπανικό εργαλείο
καθάριο χωμί = ψωμί σιταρένιο
κακάβι = μεγάλο χάλκινο δοχείο, μαγειρικό σκεύος
καλέκι = παιγνίδι που παίζεται με δύο βεργωτά ξύλα. Το σκόπι και την πήλια.
καλιαντέρης = άνθρωπος αργόστροφος, αργοκίνητος
καλούδια = δωράκια για μικρά παιδιά. Ιδίως γλυκίσματα.
κάλπικο = ψεύτικο νόμισμα
κάμα = μεγάλη ζέστα
κάμα = μεγάλο μαχαίρι σαν ξίφος
καματερή μέρα = μέρα εργάσιμη
καματερά βόδια = δουλευτάρικα
κιαμέτι = μεγάλη κακοκαιρία, καταστροφές
καμαριάρα = ειρωνικός χαρακτηρισμός περήφανης γυναίκας ή κοπέλας
κανακάρης = χαϊδεμένος πολύ και ντροπαλός
κανίσκι = γαμήλιο δώρο
κανίστρα = μεγάλο καλάθι
καμπρί = κάτασπρο πανί
καμπρί = καμπρολάχανο
καντάρι = όργανο για ζύγισμα, το λέγαν και σατέρι
καπάρος = προκαταβολή για αγορά
καπάρωσα = έδωσα προκαταβολή για κάποια αγορά
καπίστρι = είδος χαλιναριού φορτηγών ζώων
καπίστρι = μικρό ξύλο πελεκημένο σουβλερό από τις δύο άκρες, που το
βάζουν στο στόμα μικρών κατσικιών για να εμποδίζονται στο θήλασμα
καρακώθηκα = κρύωσα πολύ καραμπέρης = τεμπέλης
καραούλι = φρουρά, αλλά και ο τόπος που στέκεται η φρουρά
κάργα = δοχείο πολύ γεμάτο, άνθρωπος επιδειξίας
καρδάρι = ξύλινο ή μεταλλικό δοχείο για το άρμεγμα των αιγοπροβάτων
καρδαμώνω = δυναμώνω
καρκατσουνιά = πολυμελής ακατάστατη οικογένεια
καρκαλέτσης = παιδική αρρώστεια με συνεχή βήχα
καρκακίδα - μικρό υδρόβιο ζώο
καρτερώ = περιμένω
καρτέρι = ενέδρα
καρσέλα = μπαούλο ξύλινο που αγόραζαν στους γάμους
καρσί I απέναντι
κασαβέτι = μεγάλη στενοχώρια
καστραβέτσι = αγγούρι
καταβόνθα = καταβόθρα
καταντιά = νοικοκυριό, κυρίως άσχημο
κατσιούλα = κουκούλα που βάζουν στο κεφάλι
κάψα = μεγάλη ζέστη
κάψαλο = καμένος χώρος με δέντρα και θάμνους
καψερός = δυστυχισμένος
καψιουλήθηκε = μισοψήθηκε
καψιούρης = κακοκαμωνένος
καψιούρηδες = τα κακά πνεύματα
κορδώνομαι = επιδεικνύομαι
κουρκούτι = φαγητό πολτός που γίνεται με βρασμένο μπομποτάλευρο
κούκουρας = έντομο που ενοχλεί τα βοοειδή το καλοκαίρι
κούρνιασμα = η βραδυνή συγκέντρωση των πουλιών
κουκουρόχιονο = νερόχιονο
κουσούρι = ελάττωμα σωματικό, ή ψυχικό, ατυχία στη ζωή
κουσούρια = βάσανα
κουστό = ψωμί από μπομποτάλευρο με μαγιά
κουτάβι = σκυλί πολύ μικρό
κρεμαστάλα χοντρή αλυσίδα που στηρίζεται σε ξύλο της στέγης και κρέμεται
κριάρι = αρσενικό πρόβατο ηλικίας πάνω από ένα χρόνο
κρίση = ομιλία, φωνή
κρόθος = το φύλλο που είναι γύρω από την πίτα
κύπρος = μπρούζινο κουδούνι
Λ
λαγαρό = καθαρό
λαγάρισε = καθάρισε, ξαστέρεψε ο ουρανός
λάπατο = πλατύφύλλο χόρτο
λάπατο = εκνευρισμός
λαρώνω = ησυχάζω
λαχτίζω = τρομάζω στον ύπνο από όνειρο
λαχαίνω = τυχαίνω
λιανορίζω = ρύζι κομμένο
λιάζω κάτι = το βάζω στον ήλιο να ξεραθεί
λιάσα = ξύλινη εξώπορτα σε αγροτικό σπίτι
λιαζέτι = νοστιμάδα, αξία
λιαραγίδα ή προβατίνα = προβατίνα ή γίδα με μαύρο και άσπρο τρίχωμα
λημμούρα = ληστεία
λειτουργιά = πρόσφορο
λειψό = ψωμί από μποτάλευρο χωρίς μαγιά
λιγούρα = τάση για εμμετό
λίμα = λαιρμαργία
λίμπα = πιάτο ανάβαθο
λίμπα = κουρεμένο κεφάλι
λινοκόκι = λιναρόσπορος
λιόκρος = ίκτερος
λιτσουράω = ανακατεύω τα νερά, ή λερώνω τα νερά ή κακοπλένω κάτι
λογιάζω = παρατηρώ, προσέχω
λονάρια = συσκευή με την οποία καθαρίζουν τα μαλλιά των αιγοπροβάτων και
τα επεξεργάζονται λουμάκι = τρυφερό, βλαστάρι φυτού
λοζιάρα = μικρός χώρος σε χωράφι λούνταβος = απρόσεκτος
λούτσα = τεχνητή λίμνη για το πότισμα ζώων, βρεγμένος πολύ
λόρδα = πείνα λωβός = αρρωστιάρης
Μ
μαγαρίζω = λερώνω μαγαρισιά = ακαθαρσία
μαλάζω = αγγίζω κάτι
μαλιμάτια = τεχνάσματα
μαγκανοπήγαδο = πηγάδι από το οποίο αντλούν νερό με το μαγκάνι (ειδική τροχαλία)
μάνταλος = ξύλνος σύρτης που τοποθετείται στο πάνω μέρος ξύλινης πόρτας μαντζούνι = φάρμακο που δίνει πρακτικός γιατρός, κομπογιαννίτης
μαντάνι = το εργαστήρι του νερόμυλου που κάνει τα μάλλινα υφάσματα κρουστά
μαντάτατο = είδηση κυρίως δυσάρεστη
μαξούμι = βρέφος
μαρμάγκα = αράχνη
μασούλι = η γαλακτομική παραγωγή των κτηνοτρόφων '